Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

Οι Οξυβαρείες

από τη Δώρα Κοροβέση

Συγνώμη που μιλάω έτσι, κύριε, αλλά όταν μετακόμισα εδώ διασκέδαζα μέσα στους λευκούς τοίχους βάζοντας οξυβαρείες πάνω στη λέξη. Μου ταίριαζαν. Άσε που μετά ένιωθα ότι ανακάλυπτα το βαθύτερο νόημα, ότι έπαιρνε οξυβαρεία στα αρχαία και ότι έτσι έδενε ο πληθυντικός. Δεν ξέρω αν ήταν πληθυντικός ευγενείας, πάντως μόνο Αθήναι είναι. Αθήνες κι εγώ κύριε τότε έβλεπα μόνο τοίχους γκρι. Κι έπεφταν πάνω οι οξυβαρείες και την έριχναν την Αθήνα κάτω μόνη της και το κατάλαβα μόλις γύρισα στη θάλασσα.


Τότε ανακάλυψα πως τα κατ’ εικόνα και ομοίωση γαλλικά καφέ είναι πολύ γλυκούλικα. Έβλεπα τότε πως και ο πεζόδρομος έχει αυτό το απαίσιο γκρι χρώμα κι όμως δένει με τη θάλασσα. Σπινθιροβολούσα και σπινθιροβολώ ακόμη στις αποχρώσεις των πυροτεχνημάτων. Σαν ουράνιο τόξο στο σκοτάδι. Με ένα μεγάλο ήλιο να εκτοξεύει χρώματα μέσα απ’ τα δάχτυλά μου, να είμαι εγώ το πρίσμα. Ακουμπούσα την πλάτη μου όρθια στα χωρίσματα των καθισμάτων του μετρό, τι όμορφο το μετρό έχεις δει του εξωτερικού; Κάναμε και κάτι σωστά. Δεν μπορούσα παλιά να δω τις Αθήνες που ζωγραφίζονταν πάνω στα γράμματα, σαν υπογραφή μια οξυβαρεία ίδια με νότα που σου έδινε τον τόνο. Όχι παρεστιγμένη. Σε άφηνε να ζεις κανονικά.

Ζούσα περπατώντας ανάμεσα στις ανάσες των λιγότερο νυσταγμένων. Με κορόιδευαν οι φίλοι μου όταν τις έλεγα οξυβαρείες και οι μαθητές μου όταν τόνιζα σαν βιβλίο. Έτσι τονίζει κι η μαμά μου. Όχι με σκέτη παύλα, καλλιγραφικά. Δύο τόνοι πάνω από δύο εποχές. Πάντα όμως θα θυμάμαι την Αθήνα σαν μια πλατεία με ένα μεγάλο κακόγουστο δέντρο που θα έπρεπε να με ενθουσιάζει περισσότερο από το νάιλον κάλυμμα του καινούργιου CD που χάιδευα με τον αντίχειρα, να το περνάμε κυκλικά με το αυτοκίνητο στη μέση του πουθενά. Σαράντα χιλιόμετρα με χώριζαν από τη μέση του πουθενά. Και ναι, τι κλισέ, να σκέφτομαι μισοξαπλωμένη στο πίσω κάθισμα κοιτώντας τα φώτα. Ακόμα και όταν επιστρέφαμε πριν νυχτώσει.

2 σχόλια: