Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

Στ’ αμπέλι

Από την Ειρήνη Σουργιαδάκη

Ήρθε η νύχτα. Έψαξε για ένα μέρος να κοιμηθεί. Περιπλανήθηκε αρκετές ώρες. Πέρασε μεγάλες λεωφόρους, ολοφώτιστες πλατείες, διέσχισε στενάκια κι άλλα στενάκια, έπεσε πάνω στο σκουπιδιάρικο κι άλλαξε δρόμο- δεν αντέχει το θόρυβο μπίου μπίου μπίου κι αυτό το φως που γυρίζει- τον τρομάζει. Το ‘χει ξαναδεί αυτό το φως και σ’ άλλα αυτοκίνητα που τρέχουν σαν τρελά- ακατανόητα πράγματα. Έπιασε να ψιχαλίζει, πρέπει να κινηθεί γρήγορα αν δε θέλει να γίνει παπί. Καθώς περπατάει στο πεζοδρόμιο βλέπει στα δεξιά του μια πιλοτή πολυκατοικίας. Αυτό θα πει τύχη! Σπρώχνει ελαφριά την πόρτα με τον ώμο του και μπαίνει μέσα πατώντας σαν τη γάτα, όσο πιο αθόρυβα γίνεται. Προχωράει λίγο, απέναντι αυτοκίνητα κι άλλη μια πόρτα, πιο πίσω μια σκοτεινή γωνία. Η βροχή τώρα έχει ξεκινήσει για τα καλά, ευτυχώς είναι προστατευμένος. Μεγάλη υπόθεση το σπίτι, σκέφτεται. Φτάνει στη σκοτεινή γωνίτσα, κοιτάζει γύρω, κάθεται κάτω, σε λίγο ξαπλώνει και κλείνει τα μάτια του. Ο ύπνος ήρθε εύκολα κι ήταν πολύ γλυκός και ήρεμος.

Και ήρθε η μέρα. Τον ξύπνησε ο ήχος απ’ την ξύλινη πόρτα που άνοιξε. Βγήκαν τρέχοντας δυο παιδιά και μία γυναίκα βαριεστημένη που προσπαθούσε να τα κάνει καλά ενώ αυτά χοροπηδούσαν σαν κατσίκια. Ευτυχώς, κανείς τους δεν τον πρόσεξε, η γυναίκα έψαξε για λίγη ώρα την τσάντα της μουρμουρίζοντας απρόθυμα και έβγαλε ένα κλειδί. Ξεκλείδωσε το αυτοκίνητο, κι αυτό έκανε ένα θόρυβο που έμοιαζε με το θόρυβο που έκανε το σκουπιδιάρικο το προηγούμενο βράδυ. Ύστερα μπήκαν όλοι μέσα κλείνοντας τις πόρτες και η μηχανή άρχισε να μουγκρίζει σαν πεινασμένο λιοντάρι. Έφυγαν. Μάλλον ήταν η ώρα να φεύγει κι αυτός. Ξεκίνησε τη νέα μέρα νιώθοντας μια ανεξήγητη αισιοδοξία για το μέλλον και μια ζεστή μελαγχολική ικανοποίηση για το παρόν. Το παρελθόν δε θέλει να το θυμάται. Κι αν καμιά φορά, άθελά του επανέρχεται, προσπαθεί να το ξεχνάει αίφνης. Σαν τα χρυσόψαρα.

Περπάτησε κάμποσες ώρες, κάποτε έφτασε έξω από ένα σχολείο. Φωνές παιδιών ακούγονταν δυνατές, μια μπάλα πηγαινοερχόταν. Έμεινε εκεί για κάμποσα λεπτά να κοιτάζει, του άρεσε να βλέπει τόση κίνηση, τόση ζωντάνια, μέχρι που ένα δυνατό κουδούνι τον τρόμαξε και τον ανάγκασε σε οπισθοχώρηση. Ξεκίνησε πάλι να περπατάει και λίγο πιο κει τον περίμενε- τι τύχη!- μια λαχταριστή τυρόπιτα με ζεστή σφολιάτα! Μισοφαγωμένη, βέβαια, αλλά δε βαριέσαι! Την έφαγε πολύ λαίμαργα, τόσο που τον έπιασε λόξυγκας, αλλά ευτυχώς πέρασε γρήγορα. Έριξε μια ματιά πάλι πίσω απ’ τα κάγκελα. Τα παιδιά είχαν εξαφανιστεί, το ίδιο και η μπάλα που χοροπηδούσε. Πέρασε το δρόμο απέναντι κι αποφάσισε να κάτσει κάτω από ένα δέντρο και να περιμένει τα παιδιά να εμφανιστούν ξανά, ωστόσο έκλεισε λίγο τα μάτια του. Για καμιά ωρίτσα κοιμήθηκε σαν πουλάκι. Τον ξύπνησε το βάρβαρο κουδούνισμα που επαναλήφθηκε, για να το ακολουθήσουν οι ίδιες δυνατές φωνές με πριν- κι ίσως ακόμα πιο δυνατές- κι ένα τσούρμο παιδιών που στριμώχνονταν στην πόρτα για να βγουν. Δεν κουνήθηκε από τη θέση του μέχρι να εκτονωθεί κάπως το αλαφιασμένο πλήθος ώσπου ένας γνώριμος ήχος ακούστηκε. Ήταν η γυναίκα της πολυκατοικίας, ξεκλείδωνε το αυτοκίνητό της και τα παιδιά έμπαιναν πάλι μέσα φωνάζοντας. Σηκώθηκε βιαστικά, το αυτοκίνητο ξεκίνησε μουγκρίζοντας κι εκείνος βάλθηκε να το ακολουθεί τρέχοντας. Έτρεχε με όλη του τη δύναμη, η αλήθεια είναι πως η φυσική του κατάσταση είχε χειροτερέψει τελευταία με τη ζωή που έκανε, αλλά δεν θα το έβαζε κάτω με τίποτα. Ευτυχώς το αυτοκίνητο δεν πήγαινε πολύ γρήγορα και κάθε τόσο έκοβε ταχύτητα στις διασταυρώσεις- κάτι που τον βοηθούσε αρκετά να βγάλει εις πέρας αυτό το τρελό κυνηγητό. Είχε λαχανιάσει, ένιωθε όμως ότι ήταν κοντά, έφτανε στο μέρος που του πρόσφερε γλυκό ύπνο χτες τη νύχτα. Είχε φτάσει τώρα δίπλα στο αυτοκίνητο, έτρεχε σχεδόν παράλληλα μαζί του, το μυαλό του είχε σταματήσει να σκέφτεται οτιδήποτε άλλο παρά το σπίτι, μεγάλη υπόθεση το σπίτι. Το αυτοκίνητο συνεχίζει τώρα, δεν κόβει ταχύτητα πουθενά, τρέχει, τρέχουν μαζί για το σπίτι, το σπίτι, ακούγεται ένας θόρυβος, όχι σαν το σκουπιδιάρικο, πιο δυνατός, κοιτάει αριστερά ένα τεράστιο λεωφορείο και ένας τριγμός που δυναμώνει κι άλλοι ήχοι διαφορετικοί, οι φωνές των παιδιών, θόρυβος, θόρυβος, θόρυβος, μετά ησυχία.

Ένα ζεστό υγρό νανούρισμα τον τύλιξε. Δίπλα του η γυναίκα της πολυκατοικίας, τα παιδιά. Ξαπλωμένοι όλοι. Κοιμήθηκε. Ξύπνησε μόνο από το μπίου μπίου ενός αυτοκινήτου με φως που γύριζε, σταμάτησε, κατέβηκαν δυο άντρες, πήραν τη γυναίκα με τα παιδιά, αυτόν τον άφησαν εκεί. Τον άφησαν μόνο του, δίπλα στ’ αυτοκίνητο, στη ζεστή αιμάτινη κουβέρτα. Κόσμος στεκόταν και κοιτούσε, μιλούσαν μεταξύ τους, δεν μπορούσε να ακούσει τι έλεγαν, παρά μόνο ένα παιδί που τον έδειχνε και φώναζε «Μαμά! Θα πεθάνει το σκυλάκι;»

Και ήρθε η νύχτα.

2 σχόλια: