Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2010

Σκοτεινή πόλη

Από τον Νάσο Τζάρτζανο

Το σκοτάδι έμπαινε σιγά σιγά στα σιωπηλά σοκάκια της πόλης σαν αρπακτικό που κυνηγάει το θήραμα του.

Όλα σκοτείνιασαν μετά από λίγη ώρα και τίποτα δεν χάλαγε την απέραντη ηρεμία που είχε εξαπλωθεί στην πόλη, εκτός από ένα φωτεινό παράθυρο σε ένα απ’ τα ψηλά κτίρια που είχαν κτιστεί πρόχειρα. Οι μαυρισμένες προσόψεις των κτιρίων από τους καπνούς του κάρβουνου που έκαιγαν κάθε μέρα τα τζάκια της πόλης, τα έκαναν να μοιάζουν με αδηφάγα θεριά που δεσπόζουν επιβλητικά πάνω απ’ τη πόλη τη σιωπηλή τούτη ώρα.

Αν κάποιος κοίταγε μέσα από το φωτισμένο αυτό παράθυρο, θα έβλεπε μια σιλουέτα ενός -αρκετά γυμνασμένου- τύπου που περπατούσε πέρα δώθε. Φαινόντουσαν και οι καπνοί από τα χιλιάδες τσιγάρα που κατανάλωνε σαν να είναι καραμέλες. Έβηχε, ακουγόταν μέχρι τον δρόμο η απόγνωση του για αέρα και όλοι ήξεραν πως κάποια στιγμή θα τα φτύσει και θα τον φάει ο καπνός, που με τόση λαιμαργία κάπνιζε. Τον είχε κάνει αναγκαίο εφόδιο για να επιβιώσει. Θα έλεγε κανείς ότι το φαγητό δεν ήταν και τόσο σημαντικό γι’ αυτόν τον τυπάκο, ότι με κάποιο παράξενο τρόπο, η νικοτίνη, η πίσσα και τα χιλιάδες άλλα δηλητήρια που κατέβαζε καθημερινά ήταν η τροφή του. Άλλωστε, δεν του απέμενε και πολύς χρόνος ζωής, ήταν δεν ήταν 60 χρονών άνθρωπος, είχε χορτάσει την ζωή, και του είχε μείνει αυτό το σαραβαλιασμένο σπιτάκι που είχε κληρονομήσει από τον παππού του. Το είχε φτιάξει σύμφωνα με τα δικά του γούστα, είχε κρεμάσει κιόλας και μια φωτογραφία του Αλ Καπόνε στον τοίχο, το είδωλο του... φαίνεται ότι θα ονειρευόταν τα βράδια να γίνει κάποτε ένας αυθεντικός γκάνγκστερ του υποκόσμου.

Τον ξέρανε στους δρόμους, ήταν ο φαντασμένος γεράκος με τις παράξενες ιστορίες, που τις ακούγανε τα μικρά παιδιά πριν τα απομακρύνουν οι μανάδες τους. Δεν τους άρεσε φαντάζομαι να συναναστρέφονται με έναν παράξενο γέρο που μύριζε καπνό και βρωμιά. Δεν πλενόταν συχνά, που να βρει τρόπο άλλωστε. Του είχαν κόψει και το νερό, βλάβη το αποκάλεσαν, αλλά μάλλον δεν έβρισκαν τρόπο να του το πούνε. Λες και ο γεροντάκος θα νοιαζόταν για το νερό. Δεν νομίζω ότι ακόμα και όταν είχε νερό έκανε συχνά μπάνιο, τον ακούγανε να διαβάζει φωναχτά συνέχεια αυτά τα διάφορα σκονισμένα βιβλία που είχε μαζέψει με τόσο κόπο στα σαθρά ράφια της ξύλινης βιβλιοθήκης του. Αλλόκοτες ήταν οι κραυγές του, ο κόσμος ήταν ενοχλημένος και αρκετές φορές φώναζε και την αστυνομία. Βλέπεις, διέκοπτε τον ύπνο τους φωνάζοντας. Αναγκάστηκε λοιπόν η αστυνομία να του πάρει τα βιβλία, σκεπτόμενη ότι έτσι θα σταματήσει τις φωνές. Ο γεροντάκος δεν σταμάτησε όμως να ζει και να προσπαθεί να επιβιώσει. Τον είχαν δει πολλές φορές να γυρνάει κάτω από την γκρεμισμένη γέφυρα στο κέντρο της πόλης τα βράδια με την ξεσκισμένη και το ουκ ολίγες φορές μπαλωμένο του σακάκι. Μουρμουρούσε διάφορα μπερδεμένα λόγια και καμιά φορά καθόταν σε ένα απ’ τα πολλά παγκάκια του πάρκου και κάπνιζε μετά μανίας τα τσιγάρα του. Του τα έδινε ο ψιλικατζής της γειτονίας του -δωρεάν- γιατί μάλλον ο γέρος θα είχε κάποια κρυμμένη περιουσία και θα του την έγραφε όταν πέθαινε. Τι ειρωνεία, βοηθά τον γέρο να πεθάνει κάνοντας του ταυτόχρονα και καλό. «Κουτέ γέρο», ψέλλιζε καμιά φορά ο ψιλικατζής κάθε φορά που ο γέρος του ζήταγε τσιγάρα. Δεν ήταν τυχαία τσιγάρα άλλωστε, γαλλικά τσιγάρα, φραντσέζικα, τα έφερναν με εισαγωγή και τα πουλούσαν σε φαντασμένους πλουσίους και διάφορες πόρνες που τύχαινε να είχαν πληρωθεί καλά από κάποιον άσχημο ή μοναχικό ευκατάστατο νεαρό. Τι όμορφα που ήταν, «κρυμμένα» καλά μέσα σε μια καλοδουλεμένη χρυσή κασετίνα περίμεναν τον επίδοξο καπνιστή να τα βάλει στο στόμα του και γρήγορα γρήγορα να βγάλει τον αναπτήρα και να ανάψει, να τα κάψει, να τα θυσιάσει στον βωμό της απόλαυσης. Βρωμούσαν λιγάκι σύμφωνα με τον ψιλικατζή αλλά εφόσον τα έπαιρνε ο γέρος και διάφοροι άλλοι πλούσιοι, λογαριασμό δεν έδινε.

Στα παγκάκια του πάρκου λοιπόν, την έβγαζε την νύχτα και την μέρα καμιά φορά ο γέρος μας. Εκεί κοίταζε τον κόσμο γύρω του, και περιεργαζόταν με πάθος και με πόθο την φύση γύρω του, λες και ήταν η απόλυτη ηδονή για αυτόν το να παρατηρεί με κάθε λεπτομέρεια την ένταση του οργασμού της φύσης που εκδηλωνόταν γύρω του με εκρηκτική μανία. Τα γέρικα, κουρασμένα μάτια του δεν τον εμπόδιζαν απ’ το να παρατηρεί τα μεγάλα και χρωματιστά λουλούδια, τα παιδιά που παίζανε στον κήπο των λουσάτων σπιτιών και στο πάρκο, τα ζευγαράκια που σαλιαρίζανε αμέριμνα όντας ερωτευμένα, τα αυτοκίνητα που περνούσαν με ταχύτητα τότε στους δρόμους. Τα πρώτα μοντέλα της Φίατ ήταν αυτά πιστεύω, μοντέλα της δεκαετίας του 30 και κάτι. Έβγαζαν παράξενους ήχους και ο γεράκος έγραφε γι’ αυτά πάντοτε στα γραπτά του, ήταν εντυπωσιασμένος μα συνάμα και λυπημένος που δεν μπορούσε να αποκτήσει κι αυτός ένα από αυτά τα περίεργα μηχανολογήματα που έβγαζαν αυτούς τους περίεργους ήχους. Οι ήχοι των εντυπωσίαζαν, ήταν σαν παράδεισος για αυτόν, τον έκαναν να νιώθει τόσο ζωντανός, τόσο ισχυρός! Ένιωθε πως ο ήχος για αυτόν, είναι σαν τον θησαυρό για τους πειρατές: ανεκτίμητος. Η μοίρα του κόσμου ήταν στα χέρια του.

Καμιά φορά δεν κοιμόταν για μέρες, απλά για να ακούει τους ήχους της νύχτας καθώς ήταν ξαπλωμένος στο γέρικο κρεβάτι του που έτριζε.

Ακόμα και οι φωνές των γειτόνων του, ήταν φοβερές και πηγές έμπνευσης για αυτόν. Αρεσκόταν στο να κρυφακούει, σαν παλαιός κουτσομπόλης θα έλεγε κάποιος.. μα όχι.. δεν ενδιαφερόταν καθόλου για το περιεχόμενο των συζητήσεων παρά μόνο για το πως εκφράζονται, για τον ήχο της φωνής τους, την μανία της σκέψης τους που εκφραζόταν βίαια πάνω στα κανόνια των φωνητικών τους χορδών.

Αλλά και πάλι, καμιά φορά έκλεινε τα αυτιά του με το μαξιλάρι, μη μπορώντας να ακούσει άλλο τις συζητήσεις των άλλων.

«Μπούρδες!», φώναζε θυμωμένος, οι συνεχόμενες επαναλήψεις των ίδιων πραγμάτων πραγματοποιούσαν έναν συνεχόμενο ηχητικό βιασμό στα ευαίσθητα αυτιά του. Είχε μεγαλώσει με το να ακούει τους ήχους των πουλιών και τους δίσκους βινυλίου που είχε στοιβαγμένους κάτω από πολλά χαρτιά που είχε γράψει -μουντζούρες ήταν τα περισσότερα- διάφορα πράγματα. Πώς να αντέξει το αυτί του αυτές τις μονότονες και βάρβαρες μα και βόρβορες εκφράσεις του ανθρώπου ενώ είχε καλομάθει στην ηρεμία της κλασσικής μουσικής των μεγάλων κλασσικών συνθετών; Ώρες ώρες αναρωτιόταν και ο ίδιος αν ήταν τρελός μα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι μάλλον οι άλλοι θα ήταν τρελοί. «Ποίος ηλίθιος θα φώναζε έτσι συνέχεια;», σκεφτόταν καθημερινά. Φταίει μάλλον η χαζομάρα του ανθρώπου.

Για να αντιμετωπίσει λοιπόν αυτή την συνεχόμενη βαβούρα που τον ενοχλούσε, αποφάσισε να πηγαίνει βόλτες στο παλιό εργοστάσιο καπνού που δούλευε παλιά. Θα σταμάταγε κατά κάποιο τρόπο τις φωνές αυτές, έστω κι αν αυτό σήμαινε να φύγει για λίγο απ’ το σπίτι του.

Έφτασε όπως μπορούσε και με όση ταχύτητα του επέτρεπε λοιπόν στο παλιό εργοστάσιο.

Το κοίταξε καλά καλά και γέλασε με έναν περίεργο τρόπο. Φαινόταν σαν να περιφρονούσε το παρελθόν του, σαν να ειρωνευόταν τον ίδιο του τον εαυτό. Πήγε κοντά στα μαυρισμένα πλέον τούβλα του κτιρίου και τα άγγιξε με την απαλότητα των χεριών του. Ήταν καλυμμένα με ένα κολλώδες στρώμα πίσσας που το έκανε να μοιάζει αηδιαστικό. Κι όμως ο γεράκος, το κράτησε στα χέρια του και αναστέναξε λυπημένα.

Έβγαλε ένα τσιγάρο και άρχισε να καπνίζει με μεγάλη ηρεμία.

Κοίταξε τον ουρανό και φύσηξε τον καπνό προς τα πάνω. Φαινόταν σαν να έγραφε τον επικήδειο του εργοστασίου. Τον στήριξε στα νεανικά του χρόνια, ήταν ώρα να το στηρίξει κι αυτός.

«Μην κλαίς!», είπε ο γεράκος απευθυνόμενος στο εργοστάσιο.

Κάποιοι περαστικοί τον κοίταζαν περίεργα και γελώντας έλεγαν πως αποτρελάθηκε ο κωλόγερος. Κι όμως, αυτός συνέχιζε να κοιτάει το εργοστάσιο και χαμογέλαγε.

Μάλλον αυτό έψαχνε.. Ήθελε να το αποχαιρετήσει. Αυτό που τον στήριξε στα νεανικά του χρόνια, αυτό που έστελνε τον πόνο του και την σκληρή εργασία του, έξω, στον παράδεισο, παραντάις, όπως έλεγε και ο εγγλέζος σύντροφος του όταν δούλευε.

Σιγά σιγά λοιπόν γύρισε σπίτι του και έπεσε στο κρεβατάκι του να κοιμηθεί.

Αυτό που παραξένεψε πολλούς ήταν πως κατά την επιστροφή του στο σπίτι του, χαιρετούσε και αγκάλιαζε οποιονδήποτε έβλεπε στο δρόμο, πράγμα περίεργο καθώς όλοι τον είχαν μάθει σαν τον κατσούφη γέρο της γειτονιάς που ήταν συνέχεια εχθρικός.

Έπεσε λοιπόν να κοιμηθεί. Πέρασαν λοιπόν μέρες και κανένας δεν είδε τον γεράκο. Υπέθεσαν πως θα διάβαζε πάλι, πως θα κοίταγε ίσως πάλι τις φωτογραφίες του παππού του ή ίσως αυτής της νεαρής της αγγλίδας, της μορφονιάς που την αποκαλούσε «μαντάμ»...

Μα όχι.

Ανέβηκε λοιπόν μια μέρα ένας απ’ τους γείτονες του και βρήκε την πόρτα του σπιτιού του γεράκου ανοιχτή.

Και ο γεράκος ήταν εκεί, ξαπλωμένος στο κρεβάτι, νεκρός μα με ένα θαυμάσιο και πανέμορφο χαμόγελο στο πρόσωπο του.

Είχε πάει στον θεό τελικά. Έπεσε η ηλιαχτίδα στο πρόσωπο του. Έφυγε και ο τελευταίος της πόλης.

2 σχόλια:

  1. Ευχαριστώ πολυ για την ευκαιρία που μου δόθηκε να παρουσιάσω σε ευρύτερο πεδίο το έργο μου..

    Ελπίζω να σας αρέσει..

    Ορίστε και το link για το blog μου αν ενδιαφέρεστε και για αλλα δικά μου πράγματα.

    http://wisdomisdeadodna.blogspot.com/

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. "Βλέπεις, διέκοπτε τον ύπνο τους φωνάζοντας..." Μ' αρέσει που διακόπτεις τον ύπνο μας.Όσο μπορείς, κράτα μας ξύπνιους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή