Κυριακή, 14 Μαρτίου 2010

Ο Αλέξανδρος Καρτεζίνης πέθανε χθες το βράδυ

από την Αλέξια Μάρθα Συμβουλίδου

Ο Αλέξανδρος Καρτεζίνης πέθανε χθες το βράδυ. Πάλι. Ο Αλέξανδρος Καρτεζίνης πέθαινε κάθε Κυριακή βράδυ, την Άνοιξη. Από τα τέλη Μάρτη, ως τις αρχές του Ιούνη, πέθαινε συστηματικά, τέσσερεις φορές το μήνα. Έτσι ένιωθε, δηλαδή.. Και όχι με έναν θάνατο απαλό, γλυκό, σαν λύτρωση, όχι με έναν θάνατο σα να πεθαίνεις από γερατειά στον ύπνο σου. Πέθαινε με έναν θάνατο σαν από ανίατη αρρώστια, που την ανακάλυπτε Κυριακή μεσημέρι, και τον εξόντωνε μέχρι να αποκοιμηθεί, το ίδιο βράδυ.


Οι εβδομάδες του κυλούσαν μονότονα. Ξυπνούσε τις καθημερινές στις 6 το πρωί, έκανε ντουζ, ξυριζόταν, ντυνόταν, έστρωνε το κρεβάτι του, έπινε έναν ελληνικό καφέ σκέτο με δυο-τρια κριτσίνια ολικής αλέσεως, ανέβαινε στο ποδήλατό του, και πήγαινε στον Βερόπουλο της γειτονιάς του, να πιάσει δουλειά. Τα πρώτα τρία χρόνια, τον είχαν στις αποθήκες. Ύστερα στα ράφια και τώρα πια, στο ταμείο. Ήταν τραγική μειοψηφία. Στα ταμία είναι σχεδόν πάντα κοπέλες. Όμως ο Αλέξανδρος Καρτεζίνης είχε μια φύση τόσο λεπτή και ντελικάτη, που ούτως ή άλλως τον έκανε να μοιάζει εκτός τόπου και χρόνου στο σούπερ μάρκετ, πόσο μάλλον στις αποθήκες. Ενώ στα ταμεία, του δόθηκε η ευκαιρία να ξεδιπλώσει τις ανεπτυγμένες πλευρές της προσωπικότητάς του. Όλες οι κυρίες της γειτονιάς τον αγαπούσαν, για τα κομπλιμέντα του, που τα έκανε έχοντας πάντα σκυμμένο το κεφάλι και χωρίς να κοιτάζει προκλητικά στα μάτια. Και για τον τρόπο που τις βοηθούσε να γεμίσουν τις σακούλες, χωρίς βιασύνη, βάζοντας τα σαμπουάν με τα απορρυπαντικά και τις παιδικές τροφές με τα λαχανικά, χωρίς ποτέ να κάνει λάθος στους συνδυασμούς. Οι κινήσεις του είχαν ακρίβεια και χάρη. Τόση, που ο ανδρισμός του αμφισβητούνταν συχνά από τους συζύγους και τους γιούς των αγαπημένων του πελατισσών. Αλλά τον Αλέξανδρο δεν τον ενδιέφερε. Τον ένοιαζε μόνο να του χαρίζουν οι κυρίες χαμόγελα ικανοποίησης και να μη γυρίσει στις αποθήκες.

Τις Παρασκευές το βράδυ ο Αλέξανδρος Καρτεζίνης επισκεπτόταν τους γονείς του και πήγαινε σινεμά με τη μικρή του αδελφή, που ήταν δεκαεπτά, έμενε στο πατρικό και ήθελε να σπουδάσει ωκεανολογία, κάτι που οι γονείς φυσικά δεν ενέκριναν. Ο Αλέξανδρος ήταν εννιά χρόνια μεγαλύτερος από την αδελφή του και της είχε τρομερή αδυναμία. Όχι όμως την αδυναμία εκείνη που συνδέεται με κτητικότητα. Ήθελε να της μάθει ό,τι ήξερε για τον κόσμο: για τους ανθρώπους, τα ζώα, τη φύση, τις τέχνες.. Ειδικά για τους ανθρώπους πάντως, δεν ήξερε και πολλά. Εκ φύσεως μοναχικός, από το σχολείο μέχρι και τον ένα χρόνο που παρακολούθησε τα μαθήματα της Καλών Τεχνών, οι σχέσεις του με συμμαθητές, συμφοιτητές και διδάσκοντες, ήταν εντελώς τυπικές. Ψιθυρίζονταν διάφορα στην οικογένεια για κάποια ψυχική νόσο ελαφράς μορφής, αλλά οι γονείς του είχαν αποφασίσει ότι, αφού ήταν «λειτουργικός», θα του δημιουργούσαν μεγαλύτερο πρόβλημα, αν τον έτρεχαν στους ψυχολόγους και τους γιατρούς και έπρεπε να τον ωθήσουν σε μια καθ’ όλα «φυσιολογική» ζωή. Όταν στο τέλος του πρώτου έτους της Καλών Τεχνών, σε μια ομαδική παρουσίαση έργων, ο Αλέξανδρος ξέσπασε σε κλάματα και κατέρρευσε, διότι, όπως δήλωσε, δεν άντεξε τόσες εικόνες και τόση ομορφιά, οι γονείς του αποφάσισαν ότι εκείνα τα ελαφριά ηρεμιστικά που τους είχε συστήσει ένας φίλος τους, φαρμακοποιός, ήταν η λύση. Ο Αλέξανδρος προσπάθησε να ξεκινήσει το δεύτερο έτος, αλλά οι κρίσεις ήταν πολύ συχνές, και έτσι αποφάσισε να ενταχθεί σε ένα περιβάλλον χωρίς συγκινήσεις. Και κατέληξε στο σούπερ μάρκετ. Έπληττε τρομακτικά πολύ, αλλά ήταν ήρεμος.

Τα Σάββατα ξυπνούσε κατά τις δέκα και πήγαινε βόλτα στα κεντρικά βιβλιοπωλεία. Διάλεγε ένα βιβλίο κάθε βδομάδα, από τα δεκατέσσερά του, και έπαιρνε τους συγγραφείς αλφαβητικά. Διάβαζε ένα βιβλίο τη βδομάδα επί δώδεκα χρόνια και ήταν ακόμη στη Ζυράννα Ζατέλη, η οποία του προκαλούσε τρομερή σύγχυση, αλλά τον συνέπαιρνε ταυτόχρονα. Μικρός θαύμαζε πολύ τους συγγραφείς. Πλέον, με το αλφαβητικό του σύστημα, είχε διαβάσει τόσα «κακά» βιβλία, που θεωρούσε τους συγγραφείς έναν ακόμη κλάδο, όπως τους γιατρούς ή τους ανθοπώλες, που υπάρχουν καλοί και κακοί, με τους πολύ καλούς να είναι μια θλιβερή μειοψηφία. Όταν γύριζε σπίτι με το καινούριο του βιβλίο, που ζητούσε να του το τυλίγουν πάντα «για δώρο», το ξετύλιγε προσεκτικά, έβαζε νερό να βράζει και με αυτό έφτιαχνε συνήθως μια απλή μακαρονάδα και ένα τσάι. Ύστερα, βυθιζόταν στο βιβλίο του. Πότε πότε, κάποιο κορίτσι από το σούπερ μάρκετ τον έπαιρνε τηλέφωνο να τον καλέσει σε κάποιο ταβερνάκι, όπου θα πήγαιναν όλες μαζί οι συνάδελφοί του. Δεν είχε όρεξη σχεδόν ποτέ, αλλά πήγαινε πάντα, γιατί είχε επίγνωση του πόσο δύσκολο ήταν να διεισδύσει κάποιος στο μοναχικό του κόσμο, και εκτιμούσε την επιμονή των κοριτσιών. Έπινε πολύ κρασί, πάντα λευκό, και κατέληγε κάθε φορά να χαϊδεύει τα μαλλιά των κοριτσιών αδελφικά. Υπήρχε βέβαια και η κυρία Μαρία (πάντα υπάρχει μια κυρία Μαρία), η οποία μονίμως κρατούσε αποστάσεις από τον Αλέξανδρο, διότι την εκνεύριζε η τόση εύθραυστη φύση του. Έχοντας ζήσει τη ζωή της, έχοντας στην πλάτη της ένα διαζύγιο και μερικούς θανάτους και ένα-δυο χρόνια πραγματικής φτώχειας, δεν μπορούσε να καταλάβει πως ήταν δυνατόν κάποιος που είχε γονείς, σπίτι, δουλειά, χωρίς παιδιά, γατιά, σκυλιά να τον βαραίνουν, φαινόταν να είναι διαρκώς στα όρια της εξάντλησης. Και διασκέδαζε μάλιστα ιδιαίτερα να ανιχνεύει τα όρια αυτά, φωνάζοντας του σε ανύποπτες στιγμές, ή κάνοντάς του πλάκες με ανύπαρκτα λογιστικά λάθη, θέλοντας να προκαλέσει την επόμενη κρίση. Πέρα, όμως, από την κυρία Μαρία, ήξερε ότι μια-δυο απ’ τις κοπέλες και «μεγαλοκοπέλες» έβλεπαν στη διαφορετικότητά του τον πρίγκιπα του παραμυθιού τους. Επίσης ήξερε ότι αυτή ήταν μια πολύ λάθος εκτίμηση, που πήγαζε από την απελπισία των κοριτσιών. Δεν είχε ψευδαισθήσεις ο Αλέξανδρος Καρτεζίνης. Ήξερε πώς δεν είχε ταλέντα, δεν είχε δύναμη, δεν είχε θάρρος και κουράγιο, ούτε βέβαια και λεφτά. Κι έτσι δεν σκεφτόταν κορίτσια, ούτε και αγόρια, ούτε και οικογένειες και παιδιά. Απολάμβανε τη μοναξιά του, το ποδήλατο του, τα βιβλία του και τη ρουτίνα του.

Τις Κυριακές, ο Αλέξανδρος Καρτεζίνης τις γέμιζε με το παράξενο χόμπι του. Έφτιαχνε εφημερίδες. Ξυπνούσε αξημέρωτα, έβαζε καφέ και ένα γερό αγγλικό πρωινό, με αυγά και μπέικον και βούτυρα και πορτοκαλάδες, για να έχει δύναμη, και ξεκινούσε τη δουλειά. Μάζευε τις εφημερίδες της εβδομάδας, και άρχιζε να ξαναγράφει τις ειδήσεις, όπως θα ήθελε εκείνος να είναι. Έγραφε πάλι όλες τις ειδήσεις, ώστε να έχουν αίσιο τέλος. Ή φρόντιζε να βάλει και καμιά στήλη με τραγικές ιστορίες, για πρόσωπα που τον τάραζαν. Έψαχνε και αντίστοιχες εικόνες, μερικές φορές ζωγράφιζε και κάποιες.. Έστηνε τη φανταστική του εφημερίδα, και γύρω στις εννιά το βράδυ, την εκτύπωνε στον Α3 εκτυπωτή του. Όταν τον είχε ζητήσει σαν δώρο από τους γονείς του, για τα γενέθλιά του, δυο χρόνια πριν, δεν ήξεραν τι να υποθέσουν, αλλά του τον πήραν έτσι κι αλλιώς, για να μην ταραχτεί. Αυτή η αποτύπωση του ολόδικού του, φανταστικού κόσμου, έδινε στον Αλέξανδρο Καρτεζίνη έναν τρόπο να εκτονώνει όλες τις εικόνες που μαζεύονταν στο μυαλό του από την καθημερινότητα και τα Σαββατιάτικα βιβλία, αλλά και ένα καταφύγιο που, αφού είχε εφημερίδα, αποδεδειγμένα υπήρχε. Γιατί ο Αλέξανδρος Καρτεζίνης, επηρεασμένος λίγο από τα ηρεμιστικά, λίγο από την ψυχική του νόσο, είχε πείσει τον εαυτό του ότι κάποιος του έχει αναθέσει την έκδοση αυτής της εφημερίδας. Και καθώς δεν μιλούσε σε κανέναν για το χόμπι του, κανείς δεν ήταν σε θέση να καταλάβει σε τι σύγχυση βρισκόταν αυτό το ευγενικό πλάσμα. Εκτός από την Άνοιξη.

Η Άνοιξη ήταν ο εφιάλτης του. Η Άνοιξη του κατέστρεφε τις Κυριακές. Η Άνοιξη δεν τον άφηνε να αποδράσει στον κόσμο του. Ο Αλέξανδρος Καρτεζίνης έμενε δίπλα στο πάρκο «Αντώνης Τρίτσης». Ένα πάρκο έξι φορές μεγαλύτερο από τον Εθνικό κήπο, στο Ίλιον. Γι’ αυτό και είχε ποδήλατο, γιατί απολάμβανε τις βόλτες στο πάρκο, ειδικά τα χειμωνιάτικα, κρύα πρωινά, που δεν είχε πολύ κόσμο. Την Άνοιξη όμως, οι λίμνες του πάρκου γέμιζαν βατράχια. Και οι λόφοι του γέμιζαν αγριολούλουδα, και οι μάντρες του γιασεμιά και νυχτολούλουδα. Την Άνοιξη γέμιζαν το πάρκο οι πρώιμοι εραστές του καλοκαιριού, έκαναν εκεί τις πρώτες βόλτες τους τα μωρά της νέας χρονιάς. Έτρεχαν παχουλοί κύριοι και ευτραφείς κυρίες, μέσα σε λίκρα φόρμες, να προλάβουν να ρίξουν την κοιλιά μέχρι το καλοκαίρι. Και σα να μην έφτανε αυτό, με το που άρχιζε η μέρα να μεγαλώνει και να χαράζει νωρίς, δεκάδες χιλιάδες πουλιά που φώλιαζαν στα δέντρα και τις καλαμιές του πάρκου, καλωσόριζαν το πρωινό. Όσο κι αν προσπαθούσε ο Αλέξανδρος Καρτεζίνης να απαρνηθεί ότι εκεί έξω υπήρχε η πραγματική ζωή, εκείνη του ψιθύριζε, δηλαδή, τι του ψιθύριζε, του ούρλιαζε, την ύπαρξή της. Κάθε ανοιξιάτικο πρωινό της Κυριακής, πίστευε ότι θα τα κατάφερνε να απομονώσει ήχους και μυρωδιές από το πανηγύρι της φύσης, που βρέθηκε μέσα στο κέντρο της πόλης, και να τελειώσει την εφημερίδα του στην ώρα της. Όμως το παράθυρο τον καλούσε διαρκώς, τα γέλια των κοριτσιών, το θρόισμα των θάμνων από τα μικρά που έπαιζαν κρυφτό, οι μυρωδιές από τις πασχαλιές, το εκτυφλωτικό κόκκινο από τις παπαρούνες και το μωβ από τα γαϊδουράγκαθα, οι γιαγιάδες να μαθαίνουν στα εγγόνια τους τις πρώτες λέξεις και τα πρώτα βήματα.. Το στομάχι του άρχιζε να σφίγγεται στις δύο περίπου, καθώς έβλεπε πως η μέρα περνούσε κι εκείνος προχωρούσε την εφημερίδα του κόσμο του, απελπιστικά αργά. Το απόγευμα, τα πράγματα γίνονταν ακόμα πιο δύσκολα, καθώς έπιανε εκείνο το αεράκι που μετέφερε ακόμη πιο γρήγορα όλα τα ερεθίσματα στα ρουθούνια και τα αφτιά του, και το δειλινό ο ουρανός έπαιρνε αυτά τα μαγικά χρώματα και ο Αλέξανδρος Καρτεζίνης ήξερε πως είχε χάσει πάλι το παιχνίδι και άρχιζε να αναπνέει με δυσκολία, περιμένοντας το σκοτάδι να τον λυτρώσει από το βασανιστήριό του. Όλη την Άνοιξη την περνούσε με το μυαλό του να βρίσκεται στο απόλυτο χάος, καθώς δεν κατάφερνε να ολοκληρώσει ούτε ένα τεύχος της εφημερίδας του, άρα δεν είχε απόδειξη ότι ο κόσμος του υπήρχε.

Τον τελευταίο καιρό, ο Αλέξανδρος Καρτεζίνης έχει αρχίσει να σκέφτεται μια φράση που είδε γραμμένη σε μια στάση του μετρό: «Υπάρχει ένας άλλος κόσμος, αλλά είναι μέσα σ’ αυτόν». Αυτή η φράση του Paul Eluard τον ώθησε να αποφασίσει να προσπαθήσει να ψάξει τον δικό του κόσμο, μέσα στον κόσμο του πάρκου. Την περασμένη Κυριακή κατάφερε να φτάσει μέχρι την είσοδο και να χαζέψει τον κόσμο και τη φύση για δέκα ολόκληρα λεπτά, πριν χρειαστεί να πάρει ηρεμιστικό. Τρόμαξε, και γύρισε σπίτι. Αυτή την Κυριακή, θέλει να πιεί τον καφέ του σε ένα από τα παγκάκια μέσα στο πάρκο. Γιατί δεν θέλει να έχει δίκιο η κυρία Μαρία, που του είπε πως «εντάξει, μερικοί άνθρωποι απλώς φοβούνται την ευτυχία.».

10 σχόλια:

  1. Καταπληκτική ιστορία.
    Οι πασχαλιές είναι σήμα κατατεθέν..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Είναι ή δεν είναι περίεργες οι Κυριακές;

    Ο Αλέξανδρος Καρτεζίνης είναι υπέροχος ήρωας, ελπίζουμε να τον δούμε ξανά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Είναι περίεργες, αλλά στο χέρι μας είναι να είναι περίεργα καλές.
    Ο Α.Κ. με πήρε χθες τηλέφωνο. Έχει μπλεξίματα, όταν ξεμπερδέψει, θα περάσει ξανά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. πολύ μου άρεσε η ιστορία!!περιμένω και συνέχεια

    πάντως Ζυράννα Ζατέλη έχω αρχίσει 3 φορές ένα βιβλίο(με το παράξενο όνομα κάτι Ερέβους,ο θάνατος ήρθε τελευταίος) και δεν μπορώ να το συνεχίσω με τίποτα..γιατί? το έχω σχεδόν 10 χρόνια και δεν το έχω διαβάσει.

    είναι σοβαρό γιατρέ μου?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Όχι, δεν είναι σοβαρό. Νομίζω ότι ή την λατρεύεις ή την μισείς και ανάλογα τη φάση στην οποία βρίσκεσαι μπορεί πότε να την λατρεύεις, πότε να την μισείς. Συνέχεια η ιστορία δεν ξέρω αν θα έχει. Είπαμε, ο Καρτεζίνης έχει προβλήματα και μπλεξίματα και θα κρύβεται για αρκετό καιρό. Μπορεί όμως να εμφανιστεί κανείς από την παρέα του, και να περάσει από δω, καθώς θα τον ψάχνει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. την ξαναδιαβασα με μια ανασα. Στην αρχη θα επαιρνα ορκο πως ο Αλεξανδρος ηταν γερος γι'αυτο και τον λυπηθηκα στη συνεχεια.
    Γραφεις πολυ ομορφα αλεξ.Να συνεχισεις. Να γραφεις πολυ , ο,τι σου ερχεται. Οι περιγραφες σου ειναι πολυ ζωντανες και το κειμενο ειχε ροη.
    περιμενω να διαβασω κι αλλα δικα σου!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Άλις σ' ευχαριστώ πολύ! Θα φροντίσω να διαβάσεις κι άλλα δικά μου από δω, απ' το μπλογκ, στο μέηλ σου.. δεν ξέρω, θα δούμε. Με τιμά που το ξαναδιάβασες :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Ίλιον; Λευκό κρασί; Πες μου σε ποιο σχολείο πήγαινε αυτό το παλικάρι γιατί μπορεί να τον έχω δει περιμένοντας εκείνας τας νεαράς κορασίδας...
    Άργησα αλλά τα κατάφερα.
    Α.Κ. μπες μπες μέσα! Να μάθουμε τι έγινε και μέσα στο πάρκο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Χαχαχαχα.. Το ήξερα ότι κάποτε θα τα κατάφερνες, γι' αυτό και συνέχισα να τσεκάρω.
    Σου έχω εμπιστοσύνη, αμέ! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή