Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

Ηρωες

της Παρασκευής Στεργίου

Από τη μέρα που σταμάτησα να πιστεύω η ζωή μου με κουράζει. Την ώρα του ύπνου έρχεται, μού δίνει το πουκάμισο μου, ένα καθαρό ζευγάρι γυαλιά, ένα ποτήρι παγωμένο νερό και μού λέει «σήκω, θα σού δείξω!». Εγώ βάζω τα γυαλιά, το νερό δεν το πίνω, ο λαιμός μου με τσούζει και μού ‘ρχεται να βήχω. Τότε, ανάμεσα στους καθαριστές του δήμου που καθαρίζουν στην Κολοκοτρώνη, ανάμεσα στους φτωχούς που πουλάνε κουλούρια στου Ψυρρή, ανάμεσα στους βαμμένους τοίχους στην Τζαβέλα εκεί που στρίβεις, για να μπεις στη Μεσολογγίου, καταλαβαίνεις το δροσερό αεράκι που φουσκώνει την άνοιξη πριν αυτή ακόμη έρθει, αμέσως μετά την υποψία της. Γενικώς, ήταν στη Ζωοδόχου Πηγής από το 90 μέχρι το νούμερο 33 (αν θυμάμαι καλά είναι σφηνωμένο στην πρόσοψη μιας πολυκατοικίας που πάνω είναι σπίτι και κάτω θλιβερό τυπογραφείο) που κατάλαβα πρώτη φορά ότι δεν υπάρχουν. Στην αρχή, σκέφτηκα τον Νίτσε που με τρόμαζε μικρή. Κάθε φορά που χαιρόμουνα λίγο το έκρυβα, γιατί ήταν ύποπτο. Τώρα, σκέφτομαι ότι όλες οι πλατείες λένε τα ίδια και τα ίδια, ότι τα παγκάκια μιμούνται το ένα την κλίση του άλλου, ότι τα βρόμικα, σκονισμένα δέντρα αντιγράφουν τους βρόμικους, σκονισμένους ανθρώπους που κατουράνε στις ρίζες τους, ότι τα στενά και στραβά δρομάκια κοντά στο λόφο του Στρέφη αντιγράφουν τα σοκάκια που έχουν στο μυαλό τους οι ερωτευμένοι που κάνουν βόλτες και σκέφτονται το καλοκαίρι και ότι το δωμάτιο μου κάθε φορά που σταματά να με πιέζει αντιγράφει τα δωμάτια της απέναντι πολυκατοικίας που φαίνονται πίσω από τα τζάμια και με καθησυχάζουν ότι ζω όπως όλοι, ότι είμαι φυσιολογική.

Όταν ήμουν μικρή (τότε που κατάλαβα ότι να χωρίζεις την ποίηση από το πεζό όταν γράφεις, είναι σαν να κάνεις ποδήλατο με βοηθητικά ροδάκια) έβλεπα όνειρο ότι πέθαναν οι γονείς των γονιών μου. Ξυπνούσα, κοιτούσα αν είναι εκεί κι έτσι όπως κοιμόντουσαν σα να είχαν πεθάνει μ’ έκαναν να ξεχνάω δήθεν το παράθυρο του μπάνιου ανοιχτό, για να με ξεκουράζει η σιωπή της νύχτας και να θυμάμαι ένα φόρεμα που μου είχαν χαρίσει μια Κυριακή, με μωβ λουλούδια που είναι πολύ μικρά και παρατηρούσα μόνο ότι είναι πολύ μικρά και με ξεκούραζε να παρατηρώ, γιατί με κουράζει να σκέφτομαι. Τα παιδιά (που μεγάλωσαν κι αυτά με το φόβο ότι οι γονείς τους θα πεθάνουν το βράδυ) όταν χάνουν την μπάλα παίζοντας σε πλατείες κοιτάζουν τα δέντρα λες και θα σκαρφαλώσουν από αυτά στο δίπλα σπίτι, θα μπουν και θα κρυφτούν στα κρεβάτια τους που είναι ζεστά. Εγώ, απ’ όταν κατάλαβα ότι όλοι οι ήρωες έχουν πεθάνει σταμάτησα να πηγαίνω σε πλατείες με ονόματα ηρώων, σταμάτησα να εκφωνώ λόγους, σταμάτησα να κοιτάζω αγάλματα, τάφους, φωτογραφίες και πόρτες μουσείων σαν ένα μέλλον δικό μου που προοιωνίζεται και προπαντός άρχισα να σωπαίνω όταν περνούσε εκείνος ο ποδηλάτης του Ταρκόφσκι που με κούραζε (όχι, δεν απαντούσα, έκανα πως κοιτάζω το βραχιόλι μου).

Απ’ όταν κατάλαβα ότι δεν υπάρχουν ήρωες μπήκα στη μυστική οργάνωση που είμαι ακόμη. Μαζευόμαστε σ’ ένα υπόγειο και φανταζόμαστε ότι είμαστε άλλοι, ύστερα φωνάζουμε ο ένας στον άλλο πολλές φορές το όνομα του μέχρι να μάθει να γυρνάει πολύ φυσιολογικά όταν τ’ ακούει και φορώντας αλλόκοτα προσωπεία βγαίνουμε στους δρόμους της πόλης με την επίφαση του καινούργιου. Τα βρόμικα σπίτια στο Μεταξουργείο, οι μεγάλες αφίσες στους δρόμους, τα ποιήματα με αφηρημένο περιεχόμενο, οι σερβιτόροι που διαβάζουν εφημερίδα στα καφενεία, τα αστέρια που σβήνουν το πρωί, οι δρόμοι που γλιστράνε αφού βρέξει, τα παράθυρα που χάσκουν όπως οι ώρες μας ή τα μαλλιά μας νομίζουμε ότι μας υπαινίσσονται. Η ευτέλεια της ζωής μας είναι τέτοια που μερικές φορές φωνάζουμε τα ονόματα μας, για να γυρνάμε οι ίδιοι. Τότε η κυρία Μαρία βγαίνει με το θλιμμένο της πρόσωπο στο κατώφλι, χαμογελάει και όλοι ησυχάζουν, γιατί είναι ερωτευμένοι μαζί της. Εγώ δεν ησυχάζω, γιατί δεν είμαι ερωτευμένη. Έρχεται πάλι στον ύπνο μου ο φόβος του θανάτου και είναι όπως περιμένεις πολλή ώρα κοιτώντας τη θάλασσα χωρίς να φεύγεις ή να κινείσαι, μετεωρίζεσαι ώσπου μια σταγόνα άμμος σε θρυμματίζει. Έτσι γίνονται οι ακρογιαλιές. Καθώς σπάνε όσοι περιμένουν. Η θάλασσα είναι λάθος. Δεν κοιτάζει εντός της, γιατί μέσα της είναι χώμα όπως στον άνθρωπο, είναι λάθος, γιατί δεν κοιτάζει εντός της. Φοβήθηκα.

Όταν κατάλαβα ότι δεν υπάρχουν ήρωες ένιωσα όπως τη μέρα που μού ανακοίνωσαν ότι μπορούσα εγώ να κατέβω πρώτη με το ποδήλατο μια καινούργια, μεγάλη κατηφόρα που είχαμε βρει (αυτήν που ενώνει τώρα τον πάνω δρόμο με τον κάτω). Να ξέρεις, αυτό το μαύρο παντελόνι που φοράω είναι το πουκάμισο του Κενταύρου, κι από την ανάποδη φοριέται αρκεί να ξέρεις πώς τρελαίνονται οι άνθρωποι (-αν δεν ξέρεις, τρελαίνονται όπως κολυμπούν, περνάν τη μια πέτρα μετά την άλλη ώσπου γίνονται άμμος και σπάνε).

Όταν κατάλαβα ότι οι ήρωες πέθαναν στην αρχή ένιωσα μόνη, όπως τότε που στάθηκα ιδρωμένη σ’ ένα άδειο δωμάτιο μ’ ανοιχτά παράθυρα κι έξω μύριζε απ’ την άνοιξη κομμένο γρασίδι, ζουζούνια και κόκκινα, στρογγυλά κορόμηλα. Περπάτησα πολύ στην ερημία σαν τον τοίχο που ακολουθεί τις σκιές. Όχι, δεν είμαι κάτι που δεν έγινε. Είμαι τόσο γεμάτη που πνίγομαι. Όταν σταμάτησε η ηχώ του διθυράμβου μού είπαν «μίλα, φόνισσα», εγώ ντράπηκα, «είμαι γεμάτη», είπα και σύρθηκα έξω απ’ τη σκηνή. Τώρα ο Σεφέρης παραλείπει απ’ τους στίχους του το Μιχάλη με το κουτσό πόδι, γιατί είμαι ακρωτήρια-σμένη και όλα τα ανάπηρα μέλη με δείχνουν. Λοιπόν, αυτόν το ρόλο αρνούμαι να τον υπομείνω. Τους σκότωσα εγώ (αφού με γονιμοποίησαν πολλά συνεχόμενα βράδια). Θα σκοτώσω και τα μυστικά στην κοιλιά μου σα Μήδεια, όχι γιατί δεν μπορώ να τ’ ακούω, μ’ αρέσει να πετάω πέτρες και να βάζω φωτιά, όχι γιατί δεν αγάπησα γενικώς αλλά γιατί δεν ερμηνεύσατε σωστά πάλι τα αινίγματα που σας θέτω μ’ αυτά που λέω. Σφυρίζουν μες στα αυτιά μου, μιλούν για το πώς ξεγίνονται οι μεγάλες ιδέες σα ν’ ανοίγουν ένα φουντούκι κούφιο, για να βρουν το ψωμί του κι εγώ συνηθισμένη στο κενό μετεωρίζομαι, αυτός ο απών καρπός με μεγάλωσε, συνήθισα τη γεύση του ανεκπλήρωτου, την αποτυχία μου την καταπίνω σαν το σάλιο μου, αβίαστα.

Όταν κατάλαβα ότι οι ήρωες πέθαναν, επειδή τους σκότωσα όλους με προσοχή, χωρίς να πονέσουν, μόνο εγώ πόνεσα, έμαθα ότι κανείς δεν πεθαίνει και τότε κατάλαβα ότι δεν υπάρχει θάνατος, γιατί κι ο θάνατος, όπως εγώ, σκότωσε (αυτό το κατάλαβα περπατώντας αφηρημένη μεταξύ Γ Σεπτεμβρίου και Κεφαλληνίας) τα μυστικά του όταν έγινε συνήθεια. Σας έλεγα έτσι ότι ξαναγεννιόμαστε απλά. Πάλι με την ανάγκη να πιστέψουμε. Σας έλεγα έτσι ότι με ξεκουράζει να μη σκέφτομαι. Μ’ αρέσει να παρατηρώ, πώς ξαναγεννιόμαστε ανίδεοι, σα να μην αποστατήσαμε ποτέ από το σκοτάδι που λέγεται ζωή.



7 σχόλια:

  1. Αξίζει να σκοτώνουμε όλους μας τους ήρωες? Ναι τα πρότυπα αλλάζουν γιατί και οι εποχές αλλάζουν. Δεν υπάρχουν όμως και κάποιοι ήρωες που δεν παύουν ποτέ να μας εμπνέουν? Γιατί να σκοτώσει κανείς αυτούς?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Η ιπτάμενη μέλισσα είπε...
    Ήρωες-Μνήμη-Παρελθόν.3 θεματικοί άξονες πάνω στους οποίους σκιαγραφείται αριστοτεχνικά,η συνείδηση ενός δεκαενιάχρονου κοριτσιού εμπλουτισμένη με υπερρεαλιστικά στοιχεία που προσδίδουν την τέταρτη διάσταση στο πραγματικό.Τι και αν οι Ήρωες αποτελούν Παρελθόν? Υπάρχει η Μνήμη..που ακροβατεί πάνω στη λεπτή γραμμή του υποσυνειδήτου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Τι και αν δεν υπάρχουν ήρωες?...Η απομυθοποίηση μορφών που κάποτε μπορεί να μας ενέπνεαν ίσως να μας ανοίγει τις πύλες της συνειδητοποίησης ότι ο εαυτός μας με τα βιώματά του μπορεί να γίνει το ισχυρότερο στήριγμά μας, η μεγαλύτερη εμπνευσή μας...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ήρωες σε μια αμιγώς αντιηρωική εποχή η οποία τείνει με τη σειρά της στον παραγκωνισμό εκείνων που αγωνίζονται να ξεχωρίσουν από τη μάζα και να διατηρήσουν την αξιοπρέπεια τους... Υφίστανται άραγε??

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Οι ήρωες ούτως ή άλλως, βρίσκονται στην τέταρτη διάσταση και η κενότητα της εποχής μας, όσο "δολοφονική" και αν είναι δεν τους αγγίζει . Στη διάσταση " του νυν" είναι " ηρωικό " να ζεις το σήμερα ,όπως έχει παγιωθεί και " ηρωικότερο " να σκέφτεσαι ένα καλύτερο αύριο ! Αν παλέψεις δε γι' αυτό τότε ίσως είσαι ένας μελλοντικός "ήρωας" - " μαχητής του πένας " !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Αξίζει να σκοτώνουμε τους ήρωες. (Άλλωστε είναι απολαυστικό!) Αν δεν τους σκοτώνουμε δε γεννιέται ποτέ καμία ηρωική πράξη, δε γίνεται τίποτα καινούργιο. Το θέμα είναι αν' αλλάζουμε, όχι αν μένουμε ίδιοι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή